11. Χαρτί εκτύπωσης & τυπογραφικό φύλλο

11.1 ΤΟ ΧΑΡΤΙ ΕΚΤΥΠΩΣΗΣ

11.1.1 Η τυποποίηση του χαρτιού

Το βασικότερο εκτυπωτικό υλικό είναι το χαρτί. Η προμήθεια του χαρτιού γίνεται από το εμπόριο, σε φύλλα ή σε ρολό, ανάλογα με τη μηχανή εκτύπωσης. Τα φύλλα του χαρτιού εκτύπωσης έχουν συγκεκριμένες διαστάσεις. Ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποίησης (ISO International Standard Organisation) καθιέρωσε μία διεθνή κλίμακα με τρεις διαφορετικές σειρές μεγεθών χαρτιού. Οι σειρές αυτές αποδίδονται με τα λατινικά γράμματα Α, Β και C. Κάθε κατηγορία καλύπτει συγκεκριμένες εκτυπωτικές ανάγκες. Η σειρά Α χρησιμοποιείται για γενικές εκδοτικές ανάγκες (βιβλία, διαφημιστικά φυλλάδια κ.λ.π.), η σειρά Β για πόστερ και χάρτες, ενώ η σειρά C αποκλειστικά για φακέλους.
Υπάρχει μία αναλογική σχέση μεταξύ των διαστάσεων του κάθε φύλλου, σε όποια κατηγορία και αν αυτό ανήκει. Η σχέση αυτή ορίζει ότι ο λόγος της μεγάλης διάστασης προς τη μικρή δίνει μία τιμή ίση με 1.414. Οι διαστάσεις είναι φτιαγμένες με τέτοιο τρόπο, ώστε η μεγάλη διάσταση κάθε χαρτιού να είναι ίση με το μήκος της διαγωνίου ενός τετραγώνου που έχει πλευρές ίσες με το μήκος της μικρότερης διάστασής του. Χαρακτηριστικό γνώρισμα όλων αυτών των τυποποιημένων μεγεθών είναι ότι από τα μεγαλύτερα μπορούν να προέλθουν τα μικρότερα με αναλογική σμίκρυνση και το αντίστροφο.

Τα χαρτιά της κάθε κατηγορίας

Κάθε κύρια κατηγορία περιλαμβάνει πολλά μεγέθη χαρτιών. Σε κάθε μία από τις κατηγορίες υπάρχει ένα πρότυπο, που συμβολίζεται με την τιμή 0 (Α0, Β0, C0). Οι υποδιαιρέσεις του προτύπου συμβολίζονται με αριθμούς 1, 2, 3, κ.λ.π., που ακολουθούν το γράμμα της κατηγορίας (Α1, Α2, Α3 κ.λ.π.). Τα μεγαλύτερα από το πρότυπο χαρτιά χρησιμοποιούν τους ίδιους αριθμούς, αλλά μπροστά από το γράμμα της κατηγορίας (1Β, 2Β, 3Β κ.λ.π.).
Η μετάβαση από το πρότυπο σε χαρτιά μικρότερων ή μεγαλύτερων διαστάσεων γίνεται αναλογικά. Η μεγάλη διάσταση της πρώτης υποδιαίρεσης του προτύπου είναι ίση με τη μικρή διάσταση του προτύπου και η μικρή διάσταση της υποδιαίρεσης είναι ίση με το μισό της μεγάλης διάστασης του προτύπου. Με τις ίδιες αναλογίες υπολογίζεται η πρώτη υποδιαίρεση σε σχέση με τη δεύτερη, η δεύτερη σε σχέση με την τρίτη κ.ο.κ.

Σειρά μεγέθους A
Μέγεθος Μέγεθος σε χιλιοστά Μέγεθος σε ίντσες
A0 841 × 1189 33.1 × 46.8
A1 594 × 841 23.4 × 33.1
A2 420 × 594 16.5 × 23.4
A3 297 × 420 11.7 × 16.5
A4 210 × 297 8.3 × 11.7
A5 148 × 210 5.8 × 8.3
A6 105 × 148 4.1 × 5.8
A7 74 × 105 2.9 × 4.1
A8 52 × 74 2.0 × 2.9
A9 37 × 52 1.5 × 2.0
A10 26 × 37 1.0 × 1.5
Σειρά Μεγέθους B
Μέγεθος Μέγεθος σε χιλιοστά Μέγεθος σε ίντσες
B0 1000 × 1414 39.4 × 55.7
B1 707 × 1000 27.8 × 39.4
B2 500 × 707 19.7 × 27.8
B3 353 × 500 13.9 × 19.7
B4 250 × 353 9.8 × 13.9
B5 176 × 250 6.9 × 9.8
B6 125 × 176 4.9 × 6.9
B7 88 × 125 3.5 × 4.9
B8 62 × 88 2.4 × 3.5
B9 44 × 62 1.7 × 2.4
B10 31 × 44 1.2 × 1.7

Υπάρχουν άλλες δύο κατηγορίες που αφορούν τα μεγέθη των χαρτιών, οι οποίες περιλαμβάνουν χαρτιά αποκλειστικά για τον εκδοτικό χώρο. Αυτές είναι οι RA και SRA, τα μεγέθη των οποίων είναι πιο μεγάλα από τα μεγέθη A, B και C και επιτρέπουν περιθώρια για κόψιμο και για το πιάσιμο του χαρτιού από την μηχανή εκτύπωσης.

Αυτά τα μεγέθη είναι:

Σειρά Μεγέθους C
Format Μέγεθος σε χιλιοστά Μέγεθος σε ίντσες
C0 917 × 1297 36.1 × 51.1
C1 648 × 917 25.5 × 36.1
C2 458 × 648 18.0 × 25.5
C3 324 × 458 12.8 × 18.0
C4 229 × 324 9.0 × 12.8
C5 162 × 229 6.4 × 9.0
C6 114 × 162 4.5 × 6.4
C7 81 × 114 3.2 × 4.5
C8 57 × 81 2.2 × 3.2
C9 40 × 57 1.6 × 2.2
C10 28 × 40 1.1 × 1.6

RAO   860 mm Χ 1220 mm

RA1    610 mm Χ 860 mm

RA2    430 mm Χ 610 mm    

SRAO 900 mm Χ 1280 mm

SRA1  640 mm Χ 900 mm

 SRA3 450 mm Χ 640 mm

Οι κανόνες της τυποποίησης του χαρτιού οδηγούν σε αντίστοιχη τυποποίηση των εντύπων, αφού αυτά προέρχονται από τις συνηθισμένες διπλώσεις του χαρτιού. Η τυποποίησή τους επιβάλλεται από το κόστος του χαρτιού. Επειδή το κόστος του χαρτιού είναι υψηλό, η σελιδοποίηση αποσκοπεί πάντα στην καλύτερη δυνατή εκμετάλλευση ολόκληρης της επιφάνειας του χαρτιού, με αποτέλεσμα τα τελικά έντυπα που προήλθαν από χαρτί ίδιων διαστάσεων, να έχουν διαφορές χιλιοστών.

11.1.2 Η τυποποίηση της εκτυπωτικής επιφάνειας των μηχανών

Το είδος της μηχανής που θα χρησιμοποιηθεί στην εκτύπωση, καθορίζει την εκμεταλλεύσιμη εκτυπωτική επιφάνεια του χαρτιού. Ενδεικτικά παρουσιάζονται παρακάτω ορισμένα μεγέθη εκτυπωτικών κυλίνδρων με τις αντίστοιχες ωφέλιμες επιφάνειες του χαρτιού εκτύπωσης.

Μέγιστη επιφάνεια εκτυπωτικού κυλίνδρου -Αντίστοιχα ωφέλιμη επιφάνεια

                   360 mm Χ 520 mm                      340 mm Χ 505 mm

                    480 mm Χ 660 mm                     464 mmΧ 665 mm

                    520 mmΧ 740 mm                      510 mm Χ 735 mm

                    720 mm Χ 1020 mm                   715 mm Χ 1015 mm

                  1000 mm Χ 1400 mm                   990 mm Χ 1395 mm

Για τη μεγαλύτερη δυνατή εκμετάλλευση της επιφάνειας του χαρτιού, πρέπει αφενός να γίνονται γνωστές οι δυνατότητες της εκτυπωτικής μηχανής και αφετέρου να επιδιώκεται η ταυτόχρονη εκτύπωση όμοιων εργασιών μικρού σχετικά μεγέθους, εάν αυτό είναι δυνατό. Η εκτύπωση όμοιων εργασιών στην ίδια εκτυπωτική επιφάνεια προσφέρει περισσότερα αντίτυπα με ένα μόνο πέρασμα του χαρτιού από την εκτυπωτική μηχανή.
Για την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος, θα πρέπει:
  • να υπολογιστούν οι επιφάνειες που θα κοπούν στις άκρες (ξάκρισμα), αφού τα έντυπα διπλωθούν και μορφοποιηθούν,
  • να υπολογιστεί ο απαιτούμενος χώρος για την τοποθέτηση σημείων, συμβόλων και ειδικών στοιχείων (σταυρών σύμπτωσης, κέντρων, κ.λ.π.), τα οποία συμβάλλουν στον ποιοτικό έλεγχο όλων των σταδίων, από την κατασκευή της εκτυπωτικής πλάκας ως την αποπεράτωση,
  • να σχεδιαστεί ο χώρος που καταλαμβάνουν οι σελίδες στο χαρτί εκτύπωσης, αφού αποφασιστεί ο τρόπος σύνδεσής τους, έτσι ώστε με τις διαδοχικές διπλώσεις του χαρτιού να προκύψουν οι σελίδες του εντύπου στη σωστή τους σειρά.

11.1.3 Το δίπλωμα του χαρτιού

Το δίπλωμα του τυπωμένου χαρτιού μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους. Ο πιο συνηθισμένος είναι ο σχηματισμός τυπογραφικού τετρασέλιδου, οκτασέλιδου, δεκαεξασέλιδου, τριανταδισέλιδου.

11.2 ΤΟ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΟ ΦΥΛΛΟ

11.2.1 Η έννοια του τυπογραφικού φύλλου

Στα έντυπα που έχουν τη μορφή βιβλίου, δεν τυπώνεται μία-μία σελίδα χωριστά: ένας συγκεκριμένος αριθμός σελίδων τυπώνεται με ένα πέρασμα από τη μηχανή εκτύπωσης. Το τυπωμένο και από τις δύο όψεις φύλλο χαρτιού επάνω στο οποίο φέρεται ένας αριθμός σελίδων, ονομάζεται τυπογραφικό φύλλο. Το τυπογραφικό φύλλο μπορεί να αποτελείται από 4, 8, 16, 32 ή σπανιότερα από 64 σελίδες. Με άλλα λόγια, το τυπογραφικό φύλλο είναι το μικρότερο τμήμα ενός εντύπου που έχει τη μορφή του βιβλίου, καθώς και το ελάχιστο εκτύπωσης της μηχανής, με βάση το οποίο υπολογίζεται η εκτύπωση και γενικά η τιμή του εντύπου. Ο αριθμός των σελίδων που περιλαμβάνει ένα τυπογραφικό φύλλο, καθορίζεται από τη σελιδοποίηση. Ο συνηθέστερος αριθμός είναι δεκαέξι σελίδες, γι΄ αυτό και όταν γίνεται αναφορά σε τυπογραφικό φύλλο χωρίς να προσδιορίζεται ο αριθμός των σελίδων, εννοείται το δεκαεξασέλιδο.

Τετρασέλιδο ονομάζεται το τυπογραφικό φύλλο που περιλαμβάνει τέσσερις σελίδες. Οι σελίδες αυτές προκύπτουν με μία μόνο δίπλωση του χαρτιού και είναι οι λιγότερες δυνατές που μπορεί να περιέχει ένα τυπογραφικό. Ακόμη και ένα δίπτυχο διαφημιστικό φυλλάδιο που περιλαμβάνει τέσσερις μόνο σελίδες και δεν απαιτεί βιβλιοδεσία, μπορεί να ονομαστεί τετρασέλιδο.

Οκτασέλιδο καλείται το τυπογραφικό φύλλο που προκύπτει από δύο διαδοχικές διπλώσεις του χαρτιού. Το δεκαεξασέλιδο είναι το αποτέλεσμα τριών διπλώσεων του χαρτιού. Αντίστοιχα, λοιπόν, το τριανταδισέλιδο προκύπτει από τέσσερις διπλώσεις του χαρτιού και το εξηνταδισέλιδο από πέντε διπλώσεις του χαρτιού. Με κάθε δίπλωση του χαρτιού ο αριθμός των σελίδων διπλασιάζεται.

Κάθε τυπογραφικό φύλλο έχει δύο όψεις. Κάθε όψη τυπογραφικού περιλαμβάνει τις μισές σελίδες του. Η όψη του τετρασέλιδου έχει δύο σελίδες, του οκτασέλιδου τέσσερις, του δεκαεξασέλιδου οκτώ κ.ο.κ. Στην περίπτωση που απαιτούνται διαφορετικές εκτυπωτικές πλάκες για κάθε όψη του τυπογραφικού, σε κάθε φύλλο εκτύπωσης τυπώνεται ένα τυπογραφικό. Έτσι,  μία όψη τυπογραφικού είναι μία επιφάνεια του χαρτιού εκτύπωσης. Πρώτη όψη ενός τυπογραφικού καλείται εκείνη που φέρει την πρώτη σελίδα του τυπογραφικού. Το ανάπτυγμα ενός τυπογραφικού περιλαμβάνει και τις δύο όψεις του.

11.2.2 Το δίπλωμα και η στάχωση των τυπογραφικών

Αφού τυπωθούν τα τυπογραφικά του εντύπου, οδηγούνται στις μηχανές δίπλωσης, ώστε το τυπογραφικό φύλλο να αποκτήσει τη μορφή βιβλίου. Η πλευρά από την οποία συγκρατούνται όλες οι σελίδες του τυπογραφικού, ονομάζεται ράχη. Το δίπλωμα του τυπογραφικού γίνεται βάσει σημαδιών.

Ακολουθεί η στάχωση, ο τρόπος, δηλαδή, της βιβλιοδεσίας του εντύπου, της συλλογής των τυπογραφικών σε σώμα βιβλίου. Τα τυπογραφικά τοποθετούνται είτε το ένα πάνω στο άλλο για βιβλιοδεσία σε σειρά, είτε το ένα μέσα στο άλλο για βιβλιοδεσία τετραδίου ή καρφίτσας.

Το επόμενο στάδιο είναι η συμπίεση των τυπογραφικών σε στοίβες. Κάθε στοίβα αποτελείται από ένα μεγάλο αριθμό τυπογραφικών. Οι στοίβες τοποθετούνται στις θήκες-σταθμούς της μηχανής συλλογής. Μόλις τα τυπογραφικά στοιβαχτούν, ακολουθεί το στάδιο του ξακρίσματος.

Σε ορισμένες περιπτώσεις βιβλιοδεσίας που τα τυπογραφικά είναι ευδιάκριτα, είναι εύκολο να καταλάβουμε τον αριθμό των σελίδων που περιλαμβάνει κάθε τυπογραφικό φύλλο, παρατηρώντας την ράχη του εντύπου. Είναι δυνατή, τότε, η αυτόνομη αρίθμηση των τυπογραφικών. Σε αυτού του τύπου τις βιβλιοδεσίες, οι δύο σελίδες που βρίσκονται στην μέση του κάθε τυπογραφικού, ονομάζονται σαλόνι. Το σαλόνι κάθε τυπογραφικού αποτελείται από δύο σελίδες που βρίσκονται στην ίδια όψη του χαρτιού εκτύπωσης, έχουν κοινή ράχη και συνεχόμενη αρίθμηση.

Εάν η βιβλιοδεσία είναι τετραδίου, μετά το ξάκρισμα του εντύπου δε μπορούμε να καταλάβουμε τον αριθμό των σελίδων που περιλαμβάνει το τυπογραφικό. Στην περίπτωση αυτή, η αρίθμηση των σελίδων μπορεί να γίνει μόνο όταν είναι γνωστός ο αριθμός όλων των τυπογραφικών.

 

11.2.3 Η σελίδα του τυπογραφικού

Το κείμενο που περιλαμβάνει κάθε σελίδα, αναπτύσσεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο χώρο, ο οποίος μπορεί να οριστεί από ένα νοητό ορθογώνιο παραλληλόγραμμο. Η επιφάνεια γύρω από το παραλληλόγραμμο αυτό ως το τέλος της σελίδας παραμένει ατύπωτη. Το ατύπωτο αυτό κομμάτι που πλαισιώνει το κείμενο αντιστοιχεί στα λευκά περιθώρια της σελίδας. Τα λευκά περιθώρια κάθε εντύπου καθορίζονται στο στάδιο της σελιδοποίησης και είναι τα ίδια για όλες τις σελίδες του.

Καθένα από τα λευκά περιθώρια της σελίδας έχει τη δική του ονομασία, όπως παρουσιάζεται παρακάτω:

  • Περιθώριο ράχης: ονομάζεται το λευκό περιθώριο της σελίδας που συνορεύει με την ακμή της ράχης, δηλαδή της ένωσης των τυπογραφικών μεταξύ τους.
  • Περιθώριο κεφαλής ή κεφαλή: είναι το άνω περιθώριο της σελίδας, η επιφάνεια που εκτείνεται πάνω από την πρώτη αράδα του κειμένου μέχρι το ξάκρισμα.
  • Εξωτερικό περιθώριο: ονομάζεται το περιθώριο της σελίδας που βρίσκεται απέναντι από τη ράχη.
  • Περιθώριο ποδιών ή πόδι: είναι το περιθώριο της σελίδας που βρίσκεται απέναντι από την κεφαλή και εκτείνεται από την τελευταία αράδα του κειμένου ως το ξάκρισμα.
Τα νερά του χαρτιού

Το χαρτί αποτελείται από φυτικές ίνες, οι οποίες στο στάδιο της κατασκευής του ευθυγραμμίζονται σε παράλληλες σειρές. Ο προσανατολισμός αυτός των ινών του χαρτιού ονομάζεται νερά. Οι ίνες στα χαρτιά του εμπορίου είναι συνήθως προσανατολισμένες έτσι, ώστε να είναι παράλληλες με τη μεγάλη διάσταση του χαρτιού. Τα νερά επηρεάζουν τη συμπεριφορά του χαρτιού, καθώς οι ίνες του είναι υγροσκοπικές (δηλαδή απορροφούν υγρασία) και μεταβάλλουν τις διαστάσεις και τη συμπεριφορά του με την υγρασία.

Προκειμένου να αποφευχθούν τις δυσάρεστες συνέπειες αυτής της ιδιότητας του χαρτιού, ακολουθούνται κάποιοι κανόνες στην εκτύπωσή του, στο δίπλωμά του σε τυπογραφικά και στην κατασκευή των εξώφυλλων των βιβλίων. Στην εκτύπωση, τηρείται η αρχή του να είναι τα νερά του εκτυπώσιμου χαρτιού παράλληλα προς τη μεγάλη διάστασή του. Με αυτόν τον τρόπο εισάγεται το χαρτί στη μηχανή. Μόνο έτσι εξασφαλίζουμε οι μεγαλύτερες διαστολές του χαρτιού να γίνονται στη διεύθυνση της μικρής του διάστασης.

Στο δίπλωμα, τα νερά του χαρτιού πρέπει να είναι παράλληλα με τη ράχη. Μόνο έτσι επιτυγχάνεται ικανοποιητικό τσάκισμα του χαρτιού και ευκολία στο γύρισμα των σελίδων. Στην περίπτωση που δεν εφαρμοστεί ο κανόνας αυτός, οι σελίδες του βιβλίου γίνονται δύσκαμπτες και αντιστέκονται στο γύρισμα με το χέρι. Όταν τα τυπογραφικά του εντύπου είναι τετρασέλιδα, το χαρτί δέχεται μία δίπλωση παράλληλη με τα νερά. Όταν, όμως, το τυπογραφικό είναι οκτασέλιδο δέχεται δύο διπλώσεις: η πρώτη δίπλωση γίνεται κάθετα στα νερά και η δεύτερη παράλληλα. Το δεκαεξασέλιδο δέχεται τρεις διπλώσεις από τις οποίες μόνο η δεύτερη γίνεται κάθετα στα νερά. Επομένως, η τελευταία δίπλωση του τυπογραφικού πρέπει να είναι πάντα παράλληλη προς τη ράχη.